Поиск по этому блогу

вторник, 11 декабря 2012 г.

Σ Ε Λ Ι Δ Α 1



Θ Ε Ρ Μ Ο Π Υ Λ Ε Σ    480   π. Χ.      

Εισαγωγή

Ανάμεσα  στα  χρόνια  484 – 481  π.Χ.  ο  Πέρσης  βασιλιάς  Ξέρξης  αποφάσισε  να  επιτεθεί  εναντίον  των  Ελλήνων. Σύμφωνα  με  τον  Ηρόδοτο, ο  στρατός  του  υπερέβαινε  το  1  εκατομμύριο  άνδρες. Η  Αθήνα  και  μέρος  των Πελοποννησιακών  πόλεων , υπό  την ηγεσία  της  Σπάρτης , αποφάσισε  να  αντισταθεί. Οι  βασιλείς  της  Σπάρτης  κατείχαν  την  πλήρη  ισχύ  τους  σε  περίοδο  πολέμου, ενώ  σε  καιρό  ειρήνης, είχαν  μόνο  αντιπροσωπευτικές  λειτουργίες. Στη  Σπάρτη, κατά  τη  διάρκεια  της  εορτής  των  Καρνείων, η  οποία  συνέπεσε  με  την  75η  Ολυμπιάδα  το  480  π.Χ. , ο Λεωνίδας  επέλεξε  300  άξιους  άρρενες  για  τη  μάχη  εναντίον  του  Ξέρξη  και  1000  οπλίτες  απ’ τους  Περιοίκους. Το  υπόλοιπο  των  Σπαρτιατών  επρόκειτο  να  ενταχθεί  στο  στρατό  αμέσως  μετά  τις  γιορτές  αυτές. Πριν  από  τη  συμμετοχή  στη  μάχη, οι  Πρεσβύτεροι  προσπάθησαν  να  πείσουν  το  Λεωνίδα  να  αυξήσει  τον  αριθμό  των  στρατιωτών. Αυτός  τους  απάντησε : « Για  να  νικήσουμε  και  οι  χιλιάδες  θα  είναι  λίγοι – για  να  πεθάνουμε  και  οι  τριακόσιοι  θα  είναι  πολλοί… ». Ήταν  φανερό  ότι  οι  Σπαρτιάτες  κρατούσαν  το  μεγάλο  μέρος  της  στρατιωτικής  τους  ισχύος  για  την  άμυνα  ολόκληρης  της  Πελοποννήσου. 



 Ο  Λεωνίδας  ήταν  γιος  του  Αλεξανδρίδη  και  ετεροθαλής  αδελφός  και  διάδοχος  του  βασιλιά  Κλεομένη. Ήταν  περίπου  50  ετών, αποφασιστικός  χαρακτήρας  με  αδιαμφισβήτητη  εμπειρία  στον  πόλεμο  και  γενικά  άνθρωπος  από  τον  οποίο  περίμενε  κανείς  το  καλύτερο  δυνατό  αποτέλεσμα  κάτω  από  τις  διαταγές  του. Από  τους  συμμάχους  της  Σπάρτης  οι  Αρκάδες  απέστειλαν  περίπου  2000  οπλίτες, οι  Κορίνθιοι  400, οι  Φλυούντιοι  200  και  οι  Μυκηναίοι  80  οπλίτες. Το  σύνολο  της  πελοποννησιακής  δύναμης  αποτελούσαν  4000  οπλίτες. Όταν  ο  Λεωνίδας  πέρασε  με  το  στράτευμά  του  από  τη  Βοιωτία  τον  ακολούθησαν  εθελοντικά  700  Θεσπιείς  οπλίτες. Ακολούθησαν  και  οι  Πλαταιείς  που  τέθηκαν  στο  πλευρό  των  Αθηναίων  και  οι  οποίοι  παρέταξαν  200  πλοία  κάτω  από  την  διοίκηση  του  Θεμιστοκλή. Τα  πελοποννησιακά  πλοία  ήδη  τελούσαν  υπό  τη  διοίκηση  του  Σπαρτιάτη  ναύαρχου  Ευρυβιάδη. Οι  Θηβαίοι , επίσης , συμμετείχαν  με  400  οπλίτες. Οι  Λοκροί  που  κατοικούσαν  στα  νότια  της  Οίτης  και  οι  Φωκαείς  παρέταξαν  περίπου  1000  οπλίτες. Ο Λεωνίδας  τους  βρήκε  όλους  ενωμένους  κάτω  από  τις  εντολές  του  και  τους  ενθάρρυνε  πως  γρήγορα  η  Σπάρτη  θα  κινήσει  το  σύνολο  των  δυνάμεών  της  στην  μάχη. Η  καλύτερη  θέση  για  τους  Έλληνες  ήταν  το  στενό  των  Θερμοπυλών. Το  πέρασμα  σε  αυτό  το  σημείο  της  κοιλάδας  έχει  ελάχιστο  μήκος  μερικών  μέτρων. Είναι  μια  ιδανική  θέση, που  ακόμη  κι  ένα  μικρό  απόσπασμα  από  βαριά  οπλισμένους  οπλίτες , θα  μπορούσε  να  κρατήσει  μακριά  ένα  ολόκληρο  στράτευμα. Στις  Θερμοπύλες  έφτασε  τελικά  ο  βασιλιάς  της  Σπάρτης  Λεωνίδας  με  συνολικά  7000  βαριά  οπλισμένους  στρατιώτες  και  2000  τοξότες. Σχεδόν  όλοι  αποτελούσαν  την  πολιτοφυλακή  των  ελληνικών  πόλεων : Το  κύριο  μάχιμο σώμα  αποτελούσαν  Θηβαίοι  και  Θεσπιείς, εκτός  από  την  προσωπική  φρουρά  του  Λεωνίδα, που  αποτελούνταν  από  300  καθαρόαιμους  Σπαρτιάτες. Οι  Σπαρτιάτες  ήταν  γνωστοί  σε  όλη  την  Ελλάδα , ως  ατρόμητοι  και  δυνατοί  πολεμιστές. Σύνθημά  τους  το  « Ή  ταν  ή  επί  τας », που  δήλωνε  την  αφοσίωσή  τους  και  την  αυτοθυσία  τους  για  την  πατρίδα. Όταν  οι  Πέρσες, για  λογαριασμό  του  βασιλιά  τους  Ξέρξη,  ζήτησαν  να  τους  παραδώσουν  οι  Έλληνες  τα  όπλα, ο  βασιλιάς  των  Σπαρτιατών  απάντησε  με  τη  φράση : « Μολών  λαβέ! » , δηλαδή  « Ελάτε  να  τα  πάρετε! »...



Η  Ασία  « επί  ποδός  πολέμου » ...       

Ο  Ξέρξης  ξεκινώντας  την  προετοιμασία  για  την  εκστρατεία , σχεδίασε  μια  πρωτοφανή  πορεία , που  όμοιά  της , δεν  είχε  συναντήσει  στο  παρελθόν  ο  αρχαίος  κόσμος. Έστειλε  αγγελιοφόρους  και  κάλεσε  στα  όπλα  όλους  τους  λαούς  του  βασιλείου  του  απ’ τον  Ελλήσποντο  μέχρι  τον  Ινδό  ποταμό  και  από  τον  Αξάρτη  μέχρι  την  έρημο  της  Λιβύης. Σκέφτηκε  να  συναθροίσει  χερσαίες  και  ναυτικές  δυνάμεις  τέτοιου  μεγέθους  που  ο  κόσμος  ακόμη  δεν  είδε  και  με  αυτή  την  τεράστια  δύναμη  να  κινηθεί  προς  τη  δύση  για  να  υποτάξει  τους  Έλληνες – αυτό  το  έθνος  με  το  οποίο , κατά  τη  γνώμη  του , ήδη  ασχολήθηκε  επί  μακρόν – και  να  διαδόσει  τη  λάμψη  του  βασιλείου  του  μακριά, ως  τα  όρια  της  Ελλάδας. 56  έθνη, υποταγμένα  στον  Πέρση  βασιλιά, πήραν  μέρος  σε  αυτή  την  εκστρατεία, κάτω  από  τις  διαταγές  του. Τα  περισσότερα  από  αυτά, γύρω  από  τους  ποταμούς  Τίγρη  και  Ευφράτη. Φανερό  ήταν, ότι  το  σύνολο  σχεδόν  της  Ασίας, τέθηκε  «επί  ποδός». Υπήρχαν  Ινδοί  με  ριγέ πολύχρωμες   ενδυμασίες, Αιθίοπες, ντυμένοι  με  δέρματα  λεόντων, μαύροι  Μπαλούχι, νομάδες  της  κεντρικής  Ασίας  με  τα  άλογά  τους, ορμώμενοι  σαν  τον  άνεμο! Μήδοι  και  Βακτριανοί  με  τα  πλούσια  ενδύματά  τους, Λίβυοι  με  πολεμικά  άρματα  και  Άραβες  με  τις  καμήλες  τους. Το  πιο  αξιόμαχο  και  κύριο  τμήμα  αυτού  του  τεράστιου  εκστρατευτικού  σώματος, ήταν  οι  Πέρσες. 


Σύμφωνα  με  τα  παλιά  έθιμα, οι  Πέρσες  και  ιδιαίτερα  οι  ευγενείς, στελέχωναν  το  ιππικό  του  στρατού. Οι  υπόλοιποι, μαζί  με  τις  άλλες  εθνότητες, αποτελούσαν  το  πεζικό , τους  τοξότες  και  τους  ρίψαντες  με  τη  σφεντόνα. Το  βαρύ  πεζικό, έφερε  μικρά  σπαθιά  και  ακόντια, μεγάλα  τόξα  με  μακριά  βέλη, φορούσε  στα  χέρια  μικρές  ξύλινες  ασπίδες  και  πανοπλία  στο  στήθος  και  τα  πόδια. Έτσι  έπαιρναν  μέρος  στη  μάχη. Μαζί  με  το  στρατό  υπήρχαν  και  τα  άρματα  εκστρατείας. Κάποια  από  αυτά  είχαν  κόσες – μαχαίρια – στις  ρόδες , για  να  αποδεκατίζουν  τους  αντιπάλους, όπως  το  «κούρεμα  του  γκαζόν». Με  αυτά  τα  άρματα, συνήθως, άρχιζε  η  μάχη  κατά  μέτωπο  και  το  ιππικό, ταυτόχρονα, προσπαθούσε  να  πλαγιοκοπήσει  τον  εχθρό.  Ακριβώς, πίσω  από  τα  άρματα  και  στο  κέντρο, ακολουθούσε  ο  στρατός. Επικεφαλής  του  στρατού  ήταν  ο  ίδιος  ο  βασιλιάς  με  το  άλογό  του  ή  πάνω  σε  ένα  άρμα  που  περιβαλλόταν  από  αυλικούς  και  τη  βασιλική  συνοδεία  των  «αθανάτων». Αυτή  η  ομάδα , αποτελούμενη  από  10.000  άνδρες , ήταν  η  πιο  ευγενής   και  πολυτελής. Όχι  μόνο  οι  ίδιοι, αλλά  και  τα  άλογά  τους  ήταν  καλυμμένα  με  αστραφτερές  πανοπλίες. Το  υπόλοιπο  στράτευμα, αποτελούμενο  από  τις  εθνότητες  των  κατακτημένων  επαρχιών  του  περσικού  βασιλείου, δεν  διέθετε  τα  ίδια  όπλα, δεν  ασπάζονταν  την  πειθαρχία  και  αγωνιζόταν  για  τη  διάσωση  των  ηθών  του, όσο  καλύτερα  μπορούσε. Γι  αυτό , η  διατήρηση  και  ο  έλεγχος  αυτού  του  τμήματος  από  τους  Πέρσες , ήταν  δύσκολη  υπόθεση  και  σε  περίπτωση  αποτυχίας  στη  μάχη, όλοι  έφευγαν  τρέχοντας, χωρίς  να  κοιτάζουν  πίσω  τους. Στη  συνέχεια  δε, ήταν  αδύνατο  να  τους  σταματήσει  κανείς, ούτε  τελικά  να  τους  πείσει  να  οικοδομήσουν  μια  νέα  μάχη. Οι  Πέρσες  σε  ανοιχτή  περιοχή, ιδιαίτερα  σε  εδάφη  της  στέπας, σχεδόν  πάντοτε  ήταν  νικητές. Όμως, η  εκστρατεία  αυτή  στην  Ελλάδα, με  την  ορεινή  μορφολογία  και  τη  θάλασσα, ήταν  σίγουρο  ότι  έκρυβε  εκπλήξεις… Οι  Έλληνες , ήδη , νίκησαν  στο  Μαραθώνα , πολεμώντας  ένας  εναντίον  δέκα !  Οι  ναυτικές  δυνάμεις  των  Περσών  ήταν  επίσης  ισχυρές : 3000  μεταφορικά  πλοία  ήταν  προετοιμασμένα  για  τη  μεταφορά  τροφίμων  και  1200  πλοία  έτοιμα  να  λάβουν  μέρος  στις  ναυμαχίες. Επικεφαλής, όλων  αυτών  των  χερσαίων  και  ναυτικών  δυνάμεων , ο  Ξέρξης , βασιλιάς  που  τον  λάτρευαν  σαν  θεό ! Η  εκστρατεία  άρχισε  το  480  π.Χ.  στην  αρχή  της  άνοιξης. Ήδη  το  χειμώνα του  481  π.Χ. τον  πέρασαν  στις  Σάρδεις  όπου  ο  Ξέρξης  είχε  το  χειμερινό  του  στρατηγείο. Οι  ναυτικές  δυνάμεις  ήδη  ήταν  αγκυροβολημένες  στην  Κύμη  και  τη  Φώκαια. Την  Ασία, από  την  Ευρώπη, διαχώριζε  ο  Ελλήσποντος. Δυο  ξύλινες  πλωτές  γέφυρες  ρίχτηκαν  στο  στενό  του  για  να  περάσει  το  στράτευμα. Τις  γέφυρες  κρατούσαν  360  πλοία  στη  βόρεια  και  340  στη  νότια  πλευρά. Τα  πλοία  τέντωναν  χοντρά  σχοινιά  από  λινάρι. Πάνω  στα  σχοινιά  ήταν  τοποθετημένα  δοκάρια  και  σανίδες  που  ακουμπούσαν  στη  γη. Εκατέρωθεν  υψώνονταν  ψηλές  βέργες  για  να  μην  βλέπουν  τα  άλογα  τη  θάλασσα  κατά  τη  διάβαση. Μόλις  ήταν  έτοιμοι  να  αναχωρήσουν  ξέσπασε  δυνατή  καταιγίδα  που  γκρέμισε  τις  γέφυρες. Ο  Ξέρξης  έγινε  έξω  φρενών!  Διέταξε  τον  αποκεφαλισμό  όλων  των  ξυλουργών  και  έριξε  στη  θάλασσα  βαριές  αλυσίδες , σημάδι ότι  και  η  θάλασσα  πρέπει  να  είναι  υπάκουη  σε  αυτόν. Τιμώρησε  την  ύπουλη  θάλασσα  διατάζοντας  να  μαστιγώσουν  αυτήν  300  φορές. Μετά  απευθύνθηκε  σ’ αυτήν  λέγοντας : «Για  το  κακό  νερό, ο  βασιλιάς  επιβάλλει  σε  σένα  αυτή  την  τιμωρία, επειδή  τον  προσέβαλες  χωρίς  αυτός  να  σου  κάνει  κακό. Ο  βασιλιάς  Ξέρξης  σε  κάθε  περίπτωση  θα  περάσει  από  σένα, είτε  το  θέλεις  είτε  όχι. Δίκαια  κάποιος  δεν  θυσίασε  σε  σένα, επειδή  είσαι  απατηλή  και  αλμυρό  ποτάμι...» Σύντομα, μια  νέα  γέφυρα  ήταν  έτοιμη. Επτά  μέρες  και  επτά  νύχτες  χωρίς  διακοπή  έκανε  για  να  περάσει  το  στράτευμα  στην  Ευρώπη  μέσω  της  γέφυρας  που  στήθηκε. Σαν  ένα  ρεύμα  καυτής  λάβας, ξεχύθηκαν  οι  άγριοι  Ασιάτες  στη  Βόρεια  Ελλάδα. Κανένας  δεν  σκέφτηκε  να  αντισταθεί. Έδωσαν  «γη  και  ύδωρ» στον  Πέρση  βασιλιά. Στο  στρατό  του  Ξέρξη  ενσωματώθηκαν  και  νέα  έθνη , αυξάνοντας  την  αριθμητική  του  δύναμη. Η  μάζα  αυτή  κινήθηκε  κατά  μήκος  των  ακτών. Η  Ελλάδα , αυτή  την  περίοδο , δεν  ήταν  ενιαία. Απαρτίζονταν  από  πολλές  πόλεις – κράτη , με  δικούς  του , το  καθένα , νόμους , άρχοντες  και  στρατό. Συχνά, μάλωναν  μεταξύ  τους , πολεμούσαν , αλλά , σε  περίπτωση  κινδύνου , ένωναν  τις  δυνάμεις  τους  και  πολεμούσαν  εναντίον  του  κοινού  εχθρού. Αυτός  ο  εχθρός , τώρα , για  τους  Έλληνες , ήταν  οι  Πέρσες. Οι  Έλληνες  της  μητρόπολης  πάντα  βοηθούσαν  τους  αδελφούς  τους  στη  Μικρά  Ασία , στα  σύνορα  με  το  περσικό  κράτος. Αλλά , οι  Έλληνες , ακόμη  και  σε  περίπτωση  που  συνδύαζαν  όλες  τις  δυνάμεις  τους , δεν  θα  μπορούσαν  να  θέσουν  υπό  έλεγχο  έναν  τόσο  μεγάλο  στρατό , όπως  αυτόν  του  βασιλιά  Ξέρξη. Όμως , το  χαρακτηριστικό  των  Ελλήνων  ήταν  η  τάξη  και  η  πειθαρχία , ιδιαίτερα  ανάμεσα  στους  Σπαρτιάτες , που  αγαπούσαν  την  πατρίδα  τους  και  ήταν  έτοιμοι  να  θυσιαστούν. Αυτός  είναι  ο  λόγος , που  οι  Έλληνες  πολέμησαν  με  τέτοιο  θάρρος  και  αυταπάρνηση , με  τέτοιο  ενθουσιασμό , που  δεν  υπήρχε  στους  Πέρσες. Επίσης, οι  Έλληνες, ως  ευφυείς , απόγονοι  του  Οδυσσέα, είχαν  κατά  νου  τη  στρατιωτική  επιστήμη  και  γνώση. Εφηύραν  τις  καλύτερες  κατασκευές, γνώριζαν  καλά  τη  χρήση  των  όπλων  και  ήταν  σε  θέση  να  προσαρμοστούν  στη  μάχη. Κατείχαν  την  πολεμική  τεχνική. Ιδιαίτερα  ενδιαφέρουσα  ήταν  η  πολεμική  τακτική  και  πειθαρχία  του  Σπαρτιατικού  στρατού,  που  θεωρείτο  ανίκητος  για  μεγάλο  χρονικό  διάστημα.  Ο  πόλεμος  για  τους  Σπαρτιάτες  ήταν  επιθυμητός  και  γέμιζε  τον  ελεύθερο  χρόνο  τους , δεδομένου  ότι  «εν  καιρώ  ειρήνης» υποσιτίζονταν  ηθελημένα  και  αφιέρωναν  όλο  τον  ελεύθερο  χρόνο  τους  σε  στρατιωτικές  ασκήσεις  και  σκληρή  δουλειά. Έφεραν  μεγάλη  ασπίδα.


Το  να  εγκαταλείψουν  την  ασπίδα  στη  μάχη  ήταν  ντροπή  για  έναν  Σπαρτιάτη  πολεμιστή. Το  κράνος, ο  θώρακας  και  η  ασπίδα  προστάτευαν  το  σώμα  από  τα  βέλη  και  τα  δόρατα  του  εχθρού , ενώ  τα  όπλα  του  χεριού  ήταν  το  ακόντιο, το  δόρυ  και  ένα  αμφίδρομο  σπαθί. Καλυμμένοι  με  τις  ασπίδες  και  τα  δόρατα  οι  στρατιώτες  κινούνταν  κατά  φάλαγγα ...



«  Μολών  λαβέ  !.. »      

Ανάμεσα  στη  Θεσσαλία  και  τη  Λοκρίδα  βρισκόταν  η  οροσειρά  της  Οίτης, η  οποία  στηρίζεται  πάνω  στη  θάλασσα, αφήνοντας  ένα  μικρό  πέρασμα  που  στο  στενότερο  σημείο  του  δεν  είναι  μεγαλύτερο  από  7  οργυιές*. Ήταν  το  ένα  από  τα  τρία  στενά  των  Θερμοπυλών. Η  πάνω  από  τις  Θερμοπύλες  οροσειρά  που  συνδέει  το  Καλλίδρομο  με  την  κυρίως  Οίτη , ονομάζεται  Ανόπαια. Το  ίδιο  όνομα  έφερε  και  η  ατραπός, το  μονοπάτι  που  διέσχιζε  την  οροσειρά  αυτή. Το  μονοπάτι  αυτό  είναι  γνωστό, ως  «μονοπάτι  του  Εφιάλτη». Στην  κοινή  τους  σύναξη , οι  Έλληνες , αποφάσισαν  να  καταλάβουν  αυτή  τη  θέση , για  να  αντισταθούν. 


Οι  Πέρσες  πλησίασαν  και  όταν  είπαν  στον  Ξέρξη , ότι  η  διάβαση  είναι  κατειλημμένη, ο  βασιλιάς  γέλασε  δυνατά : «Μια  χούφτα  ανθρώπων  σκέφτηκαν  να  με  κρατήσουν ; …» Έστειλε  στο  Λεωνίδα  πρεσβευτές  και  με  οδηγίες  προς  αυτούς  να  παραδώσουν  οι  Έλληνες  τα  όπλα  τους. «Ελάτε  να  τα  πάρετε», απάντησε  σε  αυτούς  ο  Λεωνίδας. Οι  Πέρσες  ονόμασαν  τρέλα  την  απόπειρα  για  καταπολέμησή  τους. Φεύγοντας , οι  πρεσβευτές  είπαν : « Οι  Πέρσες  είναι  τόσοι  πολλοί, που  θα  επισκιάσουν  τον  ήλιο  με  τα  βέλη  τους».  Σε  αυτό , λέγεται , ότι  απάντησε  ο  Διηνέκης  ο  Λακεδαιμόνιος, λαμπρός  ήρωας  αυτής  της  μάχης  με  τη  φράση : « Τόσο  το  καλύτερο. Θα  πολεμήσουμε  στη  σκιά ! ». Ο  Ξέρξης  τους  έδωσε  τέσσερις  ημέρες  να  το  σκεφτούν, αλλά  οι  Έλληνες , δεν  είχαν  καμία  πρόθεση  να  υποχωρήσουν. Πέρασε  η  προθεσμία  και  ο  βασιλιάς  διέταξε  να  εισβάλλουν  στο  στενό. « Ο  εχθρός  έρχεται!» κάποιος  φώναξε  ανάμεσα  στους  Έλληνες. « Εξαιρετικά !» είπε , ο  Λεωνίδας , «Ερχόμαστε  πιο  κοντά  του …» . Τότε, ήσυχα, κανόνισε  τη  μάχη  της  φάλαγγας. Οι  Πέρσες  αντίκρισαν  ένα  υψηλό  τείχος σιδήρου  και  τα  βέλη  τους  αναπήδησαν  προς  τον  ουρανό. Αυτό  το  τείχος  ήταν  ανίκητο, με  λόγχες  μακριές  στα  χέρια  των  ανδρών  του  Λεωνίδα. 



Ο  Ξέρξης, τότε, έστειλε  το  πιο  αξιόμαχο  τμήμα  του  στρατεύματός  του , τους  «αθανάτους» υπό  την ηγεσία  του  Υδάρνη, αλλά  δεν  κατάφερε  να  σπάσει  το « τείχος»  των  Ελλήνων. Κανένας  από  τους  Πέρσες , δεν  ήθελε  να  οδηγηθεί  σε  βέβαιο  θάνατο, ενώ  ο  βασιλιάς  «αναπήδησε»  από  το  θρόνο  του, αντίκρισε  από  κοντά  τη  μάχη  και  με  μεγάλη  οργή  διέταξε  να  χτυπούν  τους  δειλούς  στρατιώτες  με  τα  μαστίγια. Πέρασε  μια  μέρα, δύο, τρεις  και  πολλοί  Πέρσες  σκοτώθηκαν  επί  τόπου. Ο  αριθμός  των  νεκρών  θα  ήταν  μεγαλύτερος , αν  δεν  βρισκόταν  ανάμεσα  στους  Έλληνες  ένας  προδότης , κάτοικος  κοντινής  πόλης. Ήταν  γιος  του  Ευρύδημου  από  τη  Μαλίδα , ο  οποίος  προσδοκώντας  να  αποκομίσει  μεγάλη  αμοιβή  από  το  βασιλιά  των  Περσών, μαρτύρησε  το  μονοπάτι, που  διασχίζοντας  την  κορυφογραμμή  της Ανόπαιας  καταλήγει  στις  Θερμοπύλες , όπου  οι  Έλληνες  κρατούσαν  την  άμυνά  τους. Μια  ομάδα  «αθανάτων»  άρχισε  να  ανεβαίνει  τη  δασωμένη  βουνοπλαγιά. Ξεκίνησαν  να  ανεβαίνουν  την  ώρα  που  ανάβουν  τα  λυχνάρια…  Όταν  οι  Πέρσες  έγιναν  αντιληπτοί , ο  Σπαρτιάτης  βασιλιάς  είχε  μια  επιλογή. Ή  να  υποχωρήσει , ή  να  μείνει  και  να  πεθάνει  πολεμώντας. Πρώτος , ο  μάντης  Μεγιστίας , ειδοποίησε  τους  Έλληνες  που  βρίσκονταν  στις  Θερμοπύλες  για  το  θάνατο  που  τους  περίμενε  με  το  γλυκοχάραμα , αφού  παρατήρησε  τα  σπλάχνα  των  σφαγίων  της  θυσίας. Ο  Λεωνίδας , για  να  διασώσει  ένα  μέρος  του  στρατού  του, τους  διέταξε  να  υποχωρήσουν  και  έμεινε  στο  στενό  μόνο  με  το  δικό  του  απόσπασμα. Ο  σπαρτιατικός  νόμος  απαγόρευε  την  υποχώρηση , ενώ  οι  Θεσπιείς , επίσης , δεν  ήθελαν  να  εγκαταλείψουν  το  πεδίο  της  μάχης. Οι  Έλληνες  που  παρέμειναν  τελικά  ήταν  1400. Το  πρωϊνό, το  τελευταίο  για  τους  υπερασπιστές , ήδη - ήταν  η  έβδομη  ημέρα - μια  χούφτα  Έλληνες  κρατούσαν  τον  περσικό  στρατό ...

*οργυιά = είναι  το  αρχαιότερο  από  την  εποχή  του  Ομήρου  μέτρο  μήκους   και   είναι ίσο με  την  έκταση  των  χεριών  μαζί με  το  πλάτος  του  στήθους (~ 1,82 μ )


«   ξεν', γγέλλειν  Λακεδαιμονίοις …»     

Ο  Ξέρξης , με  την  ανατολή  του  ήλιου, πρόσφερε  σπονδές  και  περίμενε  την  ώρα  για  να  επιτεθεί. Ο  Λεωνίδας , ντυμένος  με  βασιλικά  ρούχα , έκανε  θυσία  στους  θεούς  και  γιόρτασαν  όλοι  μαζί  την  τελετή. Στη  συνέχεια  πήραν  τρόφιμα  μαζί  τους  και  ετοιμάστηκαν  για  τη  μάχη. Η  σύγκρουση  ήταν  μετωπική. Οι  Πέρσες  απωθήθηκαν  προς  τη  θάλασσα , πολλοί  από  αυτούς  πνίγηκαν , ενώ  άλλοι  αναρριχήθηκαν  στα  βράχια. Πολλοί  Πέρσες  ευγενείς  συνεθλίβησαν  ανάμεσα  στα  βράχια. Ανάμεσα  σε  αυτούς  και  δύο  γιοι  του  Δαρείου , ο  Αβροκόμης  και  ο  Υπεράνθης. Όταν  οι  έλληνες  χάλασαν  τα  δόρατά  τους , άρπαξαν  τα  ξίφη. Στη  μάχη  σκοτώνονται  πολλοί  Πέρσες , αλλά  και  Έλληνες . Όταν  σκοτώθηκε  ο  Λεωνίδας , Πέρσες  και  Λακεδαιμόνιοι  έδωσαν  μεταξύ  τους  πολύωρη  μάχη,  σώμα  με  σώμα , ώσπου  οι  Έλληνες  με  την  ανδρεία  τους  τράβηξαν  το  σώμα  του  βασιλιά  προς  το  μέρος  τους  και  έτρεψαν  σε  φυγή  τον  εχθρό.



Αυτό  συνέβη  τέσσερις  φορές. Η  μάχη  συνεχίστηκε  για  πολλή  ώρα , ωσότου  έφτασε  το  σώμα  που  οδηγούσε  ο  Εφιάλτης. Από  εκείνη  την  ώρα , η  μάχη  άλλαξε  μορφή. Το  σώμα των  Ελλήνων  οπισθοχώρησε  προς  το  στενό  και  μόνο  οι  Θηβαίοι  έμειναν  στο  ύψωμα. Το  ύψωμα  αυτό  βρίσκεται  στην  είσοδο  των  στενών , εκεί  όπου  σήμερα  είναι  στημένο  το  μαρμάρινο  λιοντάρι  για  το  Λεωνίδα. Όταν  τα  ακόντια  και  τα  ξίφη  των  Ελλήνων  έσπασαν, αυτοί  συνέχισαν  να  μάχονται  χρησιμοποιώντας  τα  αμβλεία  κομμάτια  αυτών. Όταν  και  αυτά  κατέστησαν  άχρηστα  αντιστέκονταν  με  τις  γροθιές  και  τα  δόντια  τους. Τότε, το  κύριο  μέρος  του  περσικού  στρατού  γκρέμισε  το  τείχος  και  άρχισε  επίθεση. Οι  θαρραλέοι  μαχητές  περικυκλώθηκαν. Μέχρι  το  θάνατο  το  ταλαιπωρημένο  υπόλοιπο  των  υπερασπιστών  στάθηκε  στο  διπλανό  λοφίσκο. Οι  βάρβαροι , τελικά , τους  έθαψαν  όλους  κάτω  από  τα  βέλη  τους , αφού  ισοπέδωσαν  το  προστατευτικό  τείχος  και  κάνοντας  κυκλωτικές  κινήσεις . Είναι  φανερό , ότι  το  σχέδιο  της  προδοσίας  του  Εφιάλτη , απέδωσε. Φτάνοντας  στο  σημείο  ο  Ξέρξης , διέταξε  να  αποκεφαλίσουν  το  νεκρό  σώμα  του  Λεωνίδα και  να  το  σταυρώσουν. Τόσο  ήταν  το  μίσος  που  έτρεφε  γι  αυτόν. Οι  υπηρέτες  εκτέλεσαν  τη  διαταγή. Στο  πεδίο  της  μάχης  και  πάνω  από  τους  τάφους  των  νεκρών  Σπαρτιατών  στήθηκε  η  επιγραφή : « Ξένε , αν  θα  πας  στη  Σπάρτη , πες  ότι  εμείς  πέσαμε  εδώ , πιστοί  στο  καθήκον  μας ».


«    ξεν', γγέλλειν  Λακεδαιμονίοις  τι  τδε  κείμεθα  τος  κείνων  ήμασι  πειθόμενοι

« Путник, пойди возвести Лакедемонянам, что мы  пали  здесь, верные  своему  долгу .»


Ο  ποιητής  Σιμωνίδης  ο  Κείος , εξήρε  τους  Σπαρτιάτες  που  έπεσαν  στη  μάχη. Στο  λόφο , όπου  έπεσαν  οι  τελευταίοι  ήρωες  των  Ελλήνων ,
οι  Σπαρτιάτες  έχτισαν  για  τον  βασιλιά  τους  κενοτάφιο  και  πάνω  σ’ αυτό  στήθηκε  ένα  πέτρινο  λιοντάρι.
Στην  επιγραφή  που  συνέθεσε  ο  Σιμωνίδης  ο  Κείος  αναφέρεται :

« Από  τα  θηρία  εγώ  είμαι  το  δυνατότερο , απ’ τους  ανθρώπους  πιο  δυνατός  εκείνος ,
τον  οποίο  εγώ  φρουρώ  εδώ  σ’ αυτόν  τον  πέτρινο  τάφο!.. »

« Из зверей  я – самый  сильнейший;  из людей сильнее  всех тот, кого я стерегу  здесь в каменном гробу!..»


Στου πεσόντες  Πελοποννήσιους  μαζί  με  το  Λεωνίδα  αφιερώθηκε  και  η  επιγραφή  που  αποδίδεται , επίσης , στον  Σιμωνίδη :

«Με  τρία  εκατομμύρια  στρατού  εδώ, ποτέ  δεν  πολέμησαν  τέσσερις  χιλιάδες  Πελοποννήσιοι!..»

«С  трехмиллионным  войском  здесь  некогда  сражались  четыре  тысячи  пелопоннесцев!..»

Ο  μάντης  Μεγιστίας, ο  οποίος  πρόβλεψε  το  θάνατο  των  Ελλήνων, επίσης  σκοτώθηκε  στις  Θερμοπύλες.
Δεν  εγκατέλειψε  τον  πιστό  του  φίλο  Λεωνίδα. Ο Σιμωνίδης**  έγραψε  την  παρακάτω  επιγραφή  για  να  δοξάσει  τον  αγαπημένο  φίλο  :

«Εδώ, στον  τάφο  του  Μεγιστία, τον  οποίο  οι  Μήδοι  σκότωσαν  κοντά  στον  ποταμό  Σπερχειό.
 Ο  ένδοξος  μάντης  ορθά  μάντεψε  τον  επερχόμενο  θάνατο, αλλά  δεν  εγκατέλειψε  τους  Σπαρτιάτες  ήρωες!»

«Здесь могила Мегистиаса, которого мидяне умертвили при река Сперхее.
Славный прорицатель хорошо видел приближающуюся смерть, но не покинул спартанских героев!»

 
** Σιμωνίδης  ο  Κείος  ( 556 – 468 π.Χ. )

Ο  Λεωνίδας  παρέμεινε  πιστός  στο  στρατιωτικό  κώδικα  τιμής , που  έγραφε , ότι  πρέπει  να  μένεις  πιστός  στο  καθήκον  για  την  πατρίδα  μέχρι  το  τέλος. Το  ίδιο  έκαναν  και  όλοι , οι  τριακόσιοι  στρατιώτες  του, που  αγνόησαν  την  προτροπή  του  να  φύγουν  και  να  ενωθούν  με  το  υπόλοιπο  στράτευμα  για  να  σωθούν  μετά  την  προδοσία. Η  θυσία  των  Ελλήνων  στις  Θερμοπύλες  και  το  ηρωϊκό παράδειγμα  του  Λεωνίδα  και  των  τριακοσίων  Σπαρτιατών  αποτελεί  το  χαρακτηριστικότερο  παράδειγμα  αυτοθυσίας  στην  ιστορία  και  αναφέρεται  πάντοτε  στη  μελέτη  της  στρατιωτικής  ιστορίας , ως  παράδειγμα  μίμησης  για  τους  μαθητές  των  παραγωγικών  σχολών  των  ενόπλων  δυνάμεων  και  των  Στρατιωτικών  Ακαδημιών  όλου  του  κόσμου. Χαρακτηριστικοί  είναι  και  οι  επόμενοι  στίχοι  του  Κωνσταντίνου  Θώδη , «Θερμοπύλες» :


« Θ Ε Ρ Μ Ο Π Υ Λ Ε Σ »

Μάταια  προσπαθούσαν  οι  Πρεσβύτεροι  στη  Σπάρτη  να  πείσουν  το  Λεωνίδα
ν’ αυξήσει  το  στράτευμα  για  να  σωθεί  η  πατρίδα .
Ήταν  εορτή  των  Καρνείων , εβδομηκοστή  πέμπτη  Ολυμπιάδα ,
όταν  ο  Πέρσης  βασιλιάς  εκστράτευσε  ενάντια  στην  Ελλάδα .


Θηβαίοι, Θεσπιείς, Φωκαείς και 300 καθαρόαιμοι Σπαρτιάτες  θα  πολεμούσαν με  αυτοθυσία
απέναντι  στην  «καυτή  λάβα»  μυρίων  βαρβάρων  από  την  Ασία :
Ινδοί , Αιθίοπες , μαύροι  Μπαλούχι  και  νομάδες  με  τ’ άλογά  τους ,
Μήδοι , Βακτριανοί , Άραβες  και  Λίβυοι  με  τ’ άρματά  τους .


Στον  Ελλήσποντο  στήθηκε  μεγάλη  γέφυρα  για  τη  διάβαση .
Επτά  μερόνυχτα  περνούσαν  οι  Πέρσες  απ’ αυτήν  χωρίς  ανάπαυση .
Βαδίζοντας  κατά  μήκος  των  ακτών , φθάνουν  στη  Θεσσαλία .
«Γη  και  ύδωρ»  τους  προσφέρουν  οι  αυτόχθονες  σ’ όλη  την  πορεία .


Στις  Θερμοπύλες  αποφάσισαν  οι  Έλληνες  να  δώσουν  τη  μάχη  σώμα  με  σώμα .
Το  ηθικό  τους  υψηλό , απ’  την  ένδοξη  νίκη  τους  στο  Μαραθώνα .
Βλέποντας  το  πέρασμα  κατειλημμένο  ο  Ξέρξης  γέλασε  δυνατά !
« Μια  χούφτα  ανθρώπων  θέλει  να  με  κρατήσει ; »  είπε  ειρωνικά !


Στέλνει  πρεσβευτές  δίνοντας  προθεσμία  τεσσάρων  ημερών  για  παράδοση  των  όπλων.
« Μολών  λαβέ ! » απαντά  ο  Λεωνίδας  εκ  μέρους  όλων .
Πέρασε  ο  χρόνος  κι  αμέσως  οι  Μήδοι  εισβάλλουν  στο  στενό .
« Σιδερένιο  τείχος »  η  φάλαγγα ! Χτυπούν  τα  βέλη  τους  κι  αναπηδούν  στον  ουρανό !


Η  πρώτη  επίθεση  απέτυχε . Ο  Ξέρξης  «αναπήδησε» απ’ το  θρόνο  του  με  οργή !
Μπαίνουν  στη  μάχη  οι  «αθάνατοι» , μα  γρήγορα  κι  αυτοί  εξαναγκάζονται  σε  φυγή .
Πέρασε  μια  μέρα , δύο , τρεις...  και  πολλοί  Πέρσες  σκοτώθηκαν  στη  μάχη .
Αυτή  την  ώρα  διάλεξε  ο  Εφιάλτης  για  να  προδώσει  το  μονοπάτι .


Με  το άναμμα  των  λυχναριών  μια  επίλεκτη ομάδα  ξεκινά  για  το στενό των Θερμοπυλών .
Το  γλυκοχάραμα  θα  αντίκρυζε  από  πλεονεκτική  θέση  τα  νώτα  των  υπερασπιστών.
Πρώτος  ειδοποίησε  τους  Έλληνες  για  το  θάνατο  και  τη  συμφορά  ο  μάντης  Μεγιστίας ,
αφού  παρατήρησε  προσεκτικά  τα  σπλάχνα  των  σφαγίων  της  θυσίας .


« Ή ταν ή  επί  τας » για  τους  Σπαρτιάτες  ο  υπέρτατος νόμος  και  όρκος  προς την  πατρίδα.
Έπεσαν  όλοι  στο  καθήκον  με  πρώτο  το  βασιλιά  τους  Λεωνίδα .
Πάνω  απ’ τους  τάφους  των  ηρώων  στήθηκε  μαρμάρινο  λιοντάρι  και  η  επιγραφή :
« Ξένε , αν  θα  πας  στη  Σπάρτη  πες  ότι  εμείς  πέσαμε  εδώ  στο  καθήκον  μας  πιστοί! ».

*


 *